Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου κτίστηκε το 890μ.Χ.  από τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ το Σοφό και είναι από τις σημαντικότερες και ιστορικότερες εκκλησίες της Κύπρου.

Ο  Άγιος Λάζαρος ήρθε στην Κύπρο, χειροτονήθηκε από τους αποστόλους Βαρνάβα και Παύλο Επίσκοπος Κιτίου και έζησε εδώ 30 χρόνια. Ο τάφος του βρίσκεται κάτω από την Αγία Τράπεζα του ναου. Το 1972 (κατά τη διάρκεια εργασιών ανακαίνισης του ναού), βρέθηκε μέρος των λειψάνων του αγίου βαθιά κάτω από την αγία Τράπεζα, μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα. Μέρος των λειψάνων του Αγίου μεταφέρθησαν στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στη Μασσαλία.

Παλιά λειτουργούσε και σα μοναστήρι. Γύρω από την εκκλησία διατηρούνται ακόμη μερικά από τα κελιά των μοναχών.

Στην αυλή της εκκλησίας κτίστηκε  το 1858 και λειτούργησε μέχρι το 1910  το «Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον». Παραπλεύρως του  σώζεται  το παλιό  Κοιμητήριο των Διαμαρτυρομένων,  στο οποίο είναι θαμμένοι Ευρωπαίοι έμποροι, ναυτικοί, Άγγλοι πρόξενοι και Αμερικάνοι ιεραπόστολοι που πέθαναν στη Λάρνακα και όπου βλέπουμε επιγραφές  επιτύμβιων πλακών και σαρκοφάγων που βρέθηκαν εκεί και χρονολογούνται από το 1685 ως το 1849.

Μέχρι περίπου το 2000 υπήρχε σειρά εμπορικών καταστημάτων πέριξ του ναού.

Κατά το Σάββατο του Λαζάρου υπήρχε παλιά στη Λάρνακα το έθιμο να περιέρχονται τα παιδιά, κατά ομάδες, τα σπίτια και να τραγουδούν το άσμα του Λαζάρου ή κάλαντα του Λαζάρου. Το έθιμο αυτό αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία στο χώρο του Αγίου Λαζάρου, όπου γινόταν  ιεροτελεστία με αναπαράσταση της εγέρσεως του αγίου.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο της MAGDA OHNEFALSCH-RICHTER «Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο».

«Η γιορτή, στην οποία πρωτοστατεί ο εκάστοτε επίσκοπος Κιτίου, ξεκινά από το κενοτάφιο του Λαζάρου, μια απέριττη ρωμαϊκή σαρκοφάγο, που βρίσκεται στην κρύπτη κάτω από το εικονοστάσι και τελειώνει στην Αγία Τράπεζα μπροστά από το εικονοστάσι. Τα κλαδιά των λαζάρων μεταμορφώνουν την εκκλησία σ’ένα τεράστιο χαλί. Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ο «πρωτοπαπάς» ψιθυρίζει τις ψαλμωδίες, που επαναλαμβάνει όλη η κοινότητα στους ίδιους ένρινους τόνους, ενώ ο Επίσκοπος στέκεται στο χρυσοποίκιλτό του θρόνο, περιστοιχισμένος από Αρχιμανδρίτες, Εξάρχους και δύο διάκους, που κρατούν από τρεις αναμμένες λαμπάδες. Ο αέρας γίνεται πιο βαρύς από τα πολλά θυμιατά και από τα χιλιάδες αναμμένα κεριά.

Προς το τέλος, όλο το πλήθος του λαού κατευθύνεται προς την εικόνα του Λαζάρου, μια ξύλινη ελαιογραφία, στο κεντρικό σημείο του εικονοστασίου, για να την ασπασθεί. Σηκώνουν ακόμη και τα βρέφη και τοποθετούν τα χείλη τους πάνω στο χέρι της αγίας εικόνας. Ακόμη μεγαλύτερος συνωστισμός επικρατεί γύρω από την αγία κολώνα του τάφου του Λαζάρου, που όλοι ασπάζονται και πάνω στην οποία πρέπει, ακόμη και ο κάθε ζητιάνος, να τοποθετήσει τα αναμμένα κεριά που φέρνει για δώρο. Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης μαζί με τους ιερείς και την κοινότητα, αποσύρονται στη μεγάλη αίθουσα των δεξιώσεων, τη σάλα του Μοναστηριού του Αγίου Λαζάρου.»

ΛΟΥΗΣ ΠΕΡΕΝΤΟΣ